Αἰμίλιος

Αἰμίλιος
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αιμίλιος — (3ος αι. μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καταγόταν από την Αφρική. Μαρτύρησε στην Καρχηδόνα (251), επί Σεπτιμίου Σεβήρου στη φωτιά, παρότι πριν είχε λιποψυχήσει. Μαζί του μαρτύρησε και ο Κόστος. Η μνήμη του τιμάται στις 22 Μαΐου. Με… …   Dictionary of Greek

  • Αιμίλιος Άσπερος — (2ος αι. μ.Χ.). Λατίνος γραμματικός, γνωστός για τα σχόλιά του στον Τερέντιο, τον Σαλούστιο, ιδίως όμως στον Βιργίλιο …   Dictionary of Greek

  • Αιμίλιος Λέπιδος — Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1. Ύπατος το 187 π.Χ., ποντίφηκας το 180, ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στην κατασκευή οδών και στην ίδρυση αποικιών. Το 183 έγινε μέλος της Τριανδρίας. 2. Α.Λ. Πορκίνας. Ύπατος το 137 π.Χ. Ο Κικέρων… …   Dictionary of Greek

  • Αιμίλιος Παύλος — Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1. Ύπατος το 219 216 π.Χ. Το 219 νίκησε τον Δημήτριο της Φάρου, ηγεμόνα της βόρειας Ιλλυρίας. Το 218 ήταν μέλος της ρωμαϊκής πρεσβείας στην Καρχηδόνα και πέθανε στις Κάνες το 216. 2. Α.Π. ο… …   Dictionary of Greek

  • Παύλος Αιμίλιος, Λεύκιος — (Lucius Paulus Aemilius). ΄Ονομα δύο Ρωμαίων υπάτων. Ο πρώτος, του 3ου αι. π.Χ., διετέλεσε ύπατος για πρώτη φορά το 219 μαζί με τον Μάρκο Λίβιο Σαλινάτορα, με τον οποίο έλαβε μέρος στον νικηφόρο δεύτερο ιλλυρικό πόλεμο. Κατόπιν, το 216, μαζί με… …   Dictionary of Greek

  • Βεάκης, Αιμίλιος — (Πειραιάς 1884 – Αθήνα 1951). Ηθοποιός του θεάτρου, από τους σημαντικότερους του 20ού αι. Μικρός έμεινε ορφανός και μεγάλωσε στα χέρια στοργικών συγγενών του, ενώ νωρίς αισθάνθηκε κλίση προς το θέατρο και τη ζωγραφική. Το 1900, προτού καν… …   Dictionary of Greek

  • Χουρμούζιος, Αιμίλιος — (Λεμεσός 1904 – Αθήνα 1973). Κριτικός και δημοσιογράφος. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα στην Κύπρο, όπου ίδρυσε και διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Αβγή. Με τη δημοσιογραφία ασχολήθηκε από το 1927 και… …   Dictionary of Greek

  • Αύγουστος, Αιμίλιος Λεοπόλδος — (1772 1822). Δούκας του σαξονικού Γκότα του Αλτενβούργου, πρωτότοκος γιος του Ερνέστου B’ και της ηγεμονίδας Καρλότας Αμαλίας του σαξονικού Μάινεγκεν. Σπούδασε στη Γενεύη. Μετά τον θάνατο του πατέρα του (1804) ανέλαβε τη διοίκηση της χώρας του.… …   Dictionary of Greek

  • Λέπιδος, Μάρκος Αιμίλιος — (Marcus Aemilius Lepidus). Όνομα οικογένειας πολιτικών της ρωμαϊκής εποχής. 1. Ρωμαίος πολιτικός (120; – Σαρδηνία 77 π.Χ.). Ήταν πολιτικός σύμμαχος του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα (82 79), αλλά μετά τον θάνατο του τελευταίου προσπάθησε να υπονομεύσει …   Dictionary of Greek

  • Παπινιανός, Αιμίλιος — (Aemilius Papinianus, 142 – 212 μ.Χ.). Ρωμαίος νομοδιδάσκαλος. Διετέλεσε πραίτορας στα χρόνια του Σεπτιμίου Σεβήρου, τον οποίο, ως αυτοκρατορικός σύμβουλος, ακολούθησε στην εκστρατεία του στη Βρετάνη. Οι μεταγενέστεροί του νομικοί, με εξαίρεση… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.